Δέκα-χρόνια-κομμάτια:-Από-τις-πλατείες-των-Αγανακτισμένων-στους-κινηματίες-της-υγειονομικής-άρνησης

Στην αρχή δεν τους έλεγαν «Αγανακτισμένους». Στην αρχή ξημέρωνε για την Ελλάδα η εποχή ενός πειράματος. Οι Ανώνυμοι Ακομμάτιστοι θα κατέβαιναν στους δρόμους χωρίς συνθήματα για να αποδείξουν στην Ευρώπη το ανυπότακτο της φυλής. Τον Μάιο του 2011 η πλατεία Συντάγματος αλληθώριζε προς τους «Indignados» της Μαδρίτης, αλλά υποσχόταν μια κόπια που θα ξεπερνούσε το πρωτότυπο.

Η εικόνα ήταν σαγηνευτική όπως μια καρτ ποστάλ που αποτυπώνει την επιφάνεια χωρίς το βάθος. Η βιτρίνα της σύντομης αναρχίας γοήτευσε νοσταλγούς του άλλου Μάη, ξεθυμασμένους καθοδηγητές της νεολαίας -μια στάση που θα αποκτήσει βαμπιρικά χαρακτηριστικά στη συνέχεια -, τον αμήχανο Τύπο της εποχής. Το Σύνταγμα, έλεγαν, συμπύκνωνε αυτή τη φορά ένα διαφορετικό αίτημα: να καταργηθούν τα κανάλια της αντιπροσώπευσης και να ξαναπάρει ο λαός τον λόγο που του είχαν κλέψει. Στο playroom της οικονομικής κρίσης οι Ελληνες εφεύρισκαν νέους ρόλους-ατραξιόν: «θύματα» της καλβινικής γερμανικής ελίτ, απώτατο προπύργιο ελευθερίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, προδομένοι που θα έστρεφαν την αμεσοδημοκρατία πίσω στις πηγές της.

Και ύστερα, η καρτ ποστάλ ξεθώριασε. Η «πλατεία» χωρίστηκε στα εξ ων συνετέθη, η τοξικότητα εμφανίστηκε με το προπέτασμα της ταξικότητας, στήθηκαν τα πάνελ της νοβοπάν καταγγελίας. Τα συνθήματα ακούγονταν πλέον καθαρά – ακούγονταν και πριν, αλλά μόνο για όσους είχαν αφτιά: «Πουλάτε, πουλάτε! Ξύλο που θα φάτε», «Να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή», «Η χούντα δεν τελείωσε το ’73». Από τα σταντ με τις σπαρτιάτικες περικεφαλαίες ως τις λαϊκές συνελεύσεις για το επονείδιστο χρέος το σάουντρακ έπαιζε Αγανάκτηση. Με ένα σχήμα πρωθύστερο, οι αντισυστημικοί απενοχοποιούνταν. Και άφηναν το εμπόρευμά τους ανοιχτό στους ντελάληδες της Χρυσής Αυγής. Σύμφωνα με την εύστοχη καταγραφή των Αγγελου Ναστούλη – Παναγή Παναγιωτόπουλου: «Οι εκλύσεις βίας… εγκαθίδρυσαν μια δημοκρατία-θεματικό πάρκο ερειπίων και καταστροφών» (στο πρόσφατο συλλογικό «05.05.2010 – ταυτότητες και συναισθήματα της πολιτικής βίας στην Ελλάδα του 21ου αιώνα», εκδ. Επίκεντρο, επιμέλεια: Βασίλη Βαμβακά, Τριαντάφυλλου Καρατράντου, Π.Παναγιωτόπουλου). «Η αξία της απρόσκοπτης επιδίωξης των ατομικών σχεδίων ζωής, της ασφάλειας, η πίστη στην επιστημονική γνώση και η διεκδίκηση της εμπειρικής αλήθειας είχαν πλέον εξοβελιστεί από τη δημόσια σφαίρα. Θα επικρατούσαν η ιδεολογική αφαίρεση, η εθνικιστική γενικότητα, μια κουλτούρα εμφυλίου, μια συμβιωτική σχέση με την καταστροφή με συνέπεια να γαλβανίσουν ένα συμπαγές αντίρροπο της εξατομίκευσης».

Οι μήνες περνούσαν και το πείραμα δεν ερχόταν. Αντιθέτως, ερχόταν το κούρεμα του δημόσιου χρέους ως αντίτιμο για τις παθογένειες χρόνων, την «ιδιοκτησία» των οποίων αναλάμβαναν οι ελάχιστοι της συγκυβέρνησης. Η φιέστα της χαμένης άνοιξης έγινε θυμός. Μίσος για την ίδια την πόλη, καύσιμη ύλη στα χέρια εμπρηστών, μήτρα του αντισυστημισμού από την άκρα Αριστερά ως την Ακροδεξιά.

Ο μικρός ΣΥΡΙΖΑ έβλεπε μπροστά του τη χρυσή ευκαιρία εφαρμόζοντας ένα δόγμα νεολενινιστικό: την εργαλειοποίηση πρώτων υλών και τη συμμαχία με το άλλο πρόσωπο της παλαβής αντιπολίτευσης. Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ζητούσαν και πρόσφεραν ταυτόχρονα: νοσταλγία για τον τεχνητό παράδεισο, οργή για τα κουρεμένα προνόμια, ευθύνες ξένων δανειστών, ρητορεία για την «εσωτερική τρόικα» και τους γερμανοτσολιάδες σαμαροβενιζέλους. Κοντά στους πολιτικούς θα σπεύσουν να διεκτραγωδήσουν τα περασμένα μεγαλεία της λαμέ ευμάρειας και οι «καλλιτέχνες του λαού». Οποιος περνούσε από το Σύνταγμα της Αγανάκτησης έμπαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Τίναζε από πάνω του τη χρυσόσκονη του παρελθόντος και απερχόταν ως αναγεννημένος. Οι λιγοστές φωνές που ασκούσαν κριτική στον λαϊκισμό απ’ όπου κι αν προερχόταν – όπως το κείμενο των 32- καίγονταν στην όπου-γης-Κερατέα.

Με τον καιρό οι εχθροί γεννούσαν εχθρούς. Από τον Μάη του 2011 μέχρι σήμερα οι αντισυστημικοί άνοιγαν τις ματρούσκες: το «παλιό καθεστώς», οι 300 της Βουλής, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, η Δικαιοσύνη. Ολα έπρεπε να σαρωθούν μέσα στην αρένα για να γεννηθεί ο καινούργιος κόσμος της πρώτη φορά Αριστεράς. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ (ως πέµπτο κόµµα ακόµη, με 4,6% στις εθνικές εκλογές του 2009) έχτισε τις πρώτες γέφυρες με τους συγκεντρωµένους στηλιτεύοντας – τι άλλο; – τον ρόλο των συστημικών µέσων ενηµέρωσης και συγκεκριµένων δηµοσιογράφων.

 

Αναλογίες

Τι ψάχνουμε όμως δέκα χρόνια μετά; Εγιναν οι πάλαι ποτέ «Αγανακτισμένοι» οι σημερινοί κινηματίες της υγειονομικής άρνησης; Μεταλλάχθηκε η συνωμοσιολογία σε εμβολιαστικό αντάρτικο; Οχι ως κίνημα και όχι σε ενιαία μορφή. Από την εξίσωση λείπει η οικονομική δυστοπία. Οσο διατηρείται η ελπίδα για επανάκαμψη τα φερτά υλικά της αγανάκτησης μένουν μπαζωμένα σε αποκλίνουσες υπόγειες κοίτες.

Εκεί που υπάρχει συνέχεια είναι στη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης (η οποία οφείλει κάποτε να αντιληφθεί ότι η κριτική εναντίον της δεν αποτελεί αυτοματισμό, αλλά εκφράζει την ανάγκη για πειστική εναλλακτική πρόταση). Ακόμα και αν οι πλατείες εμφανίζονται ως φαντάσματα του εαυτού τους, ακόμα και αν δεν υπάρχει αόρατο νήμα με το 2011, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να νοσταλγεί το ακροατήριό τους. Αφουγκράζεται τον μακρινό απόηχο και τον περνάει από τον μετασχηματιστή του πολακισμού. Η διαφορά είναι ότι οι «περιθωριακοί» της άρνησης δεν ξορκίζουν σήμερα μόνο την κυβερνητική πολιτική ή τον εμβολιασμό. Εν μέρει αποτάσσονται και όσους είναι πρόθυμοι να τους δώσουν ηχεία. Δεν χρειάζονται την αντιπολίτευση αλλά μόνο το «αντί». Εδώ που φτάσαμε, το ανώτερο στάδιο του αντισυστημισμού είναι η καταστροφή.