«Μάκιναλ»:-Μια-ιστορία-για-το-τέλος-του-πολιτισμού-στο-Θέατρο-του-Νέου-Κόσμου

Το έργο «Μάκιναλ» της Σόφι Τρέντγουελ έρχεται από τις 18 Απριλίου στην κεντρική σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου από την ομάδα Πυρ σε μετάφραση Αργύρη Ξάφη. Πρωταγωνιστούν οι Δέσποινα Κούρτη, Δημήτρης Γεωργιάδης, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Εμμανουήλ Κοντός, Κατερίνα Νταλιάνη, Αργύρης Ξάφης και Μαρία Σαββίδου.

Το εμπνευσμένο από πραγματική δικαστική υπόθεση στις ΗΠΑ έργο, αν και πολυπρόσωπο στη σύλληψη, είναι ουσιαστικά ένα έργο με δύο πρόσωπα: μια Πόλη και μια Γυναίκα. Η Πόλη αποκτά υπόσταση μέσα από δεκάδες χαρακτήρες, που θα μπορούσαν να λέγονται έτσι ή αλλιώς, θα μπορούσαν να είναι αυτοί που είναι ή άλλοι, δεν έχει σημασία, συνιστούν τελικά μία οντότητα, μια κοινωνική μηχανή που ορίζει και ομογενοποιεί τις ζωές και τον ψυχισμό όλων. Η Γυναίκα, παρά την αδιάκοπη λειτουργία της μηχανής, τολμά να ονειρευτεί την ελευθερία. Η μηχανή όμως εξαφανίζει τις παρεκκλίσεις, καταπίνει τις παρορμήσεις, σβήνει τις εξάρσεις. Η μηχανή είναι ικανή να μετατρέψει ένα ανθρώπινο όνειρο σε μια τερατώδη πράξη.

Η Αμερικανίδα Σόφι Τρέντγουελ, συγγραφέας, δημοσιογράφος, παραγωγός, που δούλεψε ενίοτε και ως ηθοποιός και σκηνοθέτις, παραγωγικότατη, άοκνη ταξιδιώτισσα ανά τον πλανήτη και μια από τις πρώτες μορφές της γυναικείας χειραφέτησης, γράφει το «Μάκιναλ», το έργο που την έκανε περισσότερο γνωστή, το 1928. Συνθέτει έναν γρήγορο και μηχανιστικό κόσμο και πειραματίζεται δραματουργικά σε πολύ ιδιαίτερα ύφη, προκειμένου να αφηγηθεί τη συντριβή ενός πλάσματος, που από ένστικτο θέλησε στη ζωή του κάτι διαφορετικό από όσα του έμαθαν να θέλει.

Η νέα δουλειά της ομάδας ΠΥΡ μέσα από το εμβληματικό «Μάκιναλ» αφηγείται μια ιστορία για το τέλος του πολιτισμού.

Οι συντελεστές της παράστασης μιλούν στα «Νέα» για τους ρόλους τους και την παράσταση.

Πείτε μας δύο στοιχεία για το ρόλο σας

Αργύρης Ξάφης: Ένα από τα μοναδικά συστατικά αυτού του έργου είναι ότι όλοι οι χαρακτήρες πλην της κεντρικής ηρωίδας, της Έλεν Τζόουνς, είναι γραμμένοι από την υποκειμενική της οπτική και όχι όπως έχουμε συνηθίσει υπό την αντικειμενική οπτική του παντογνώστη συγγραφέα. Αυτό, οδηγεί τους ηθοποιούς σε ερμηνείες

που δεν είναι συνηθισμένες έτσι ώστε να εξυπηρετούν αυτή την υποκειμενική αφήγηση. Έπρεπε να αναθεωρήσουμε δηλαδή την ανάγκη δικαίωσης του δικού μας χαρακτήρα και να περιλάβουμε την δική της ματιά, την δική της μνήμη, το δικό της «δίκαιο». Ο δικό μου ρόλος, είναι αυτός του συζύγου που δολοφονείται, αυτού που ήταν πρώην διευθυντής της και σχεδόν συλλέγοντας αυτό το σπάνιο λουλούδι της προτείνει την στιγμή που αυτή βρίσκεται σε αδιέξοδο να τον παντρευτεί –και το κάνει. Είναι η επιτομή της χωνεμένης πατριαρχίας που δεν έχει καν σε μια άκρη του μυαλού του τον χώρο για κάτι άλλο. Δεν χρειάζεται να φτάσει ο ίδιος σε καμία ακρότητα προκειμένου να οδηγήσει την Έλεν στην δολοφονία του, αλλά ενσωματώνοντας την ακύρωσή της μόνιμα, βάζοντάς την εκεί που θεωρεί ο ίδιος ότι μια γυναίκα πρέπει να βρίσκεται αρκεί για να συμβεί. Φυσικά, είναι και ο ίδιος ένα κομμάτι μιας απάνθρωπης κοινωνικής μηχανής που ισοπεδώνει οτιδήποτε διαφορετικό, οτιδήποτε μοναδικό.

Δημήτρης Γεωργιάδης: Στο “MACHINAL” εκτός από τη Δέσποινα Κούρτη, όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί αλλάζουμε διαρκώς ρόλους και αυτό είναι το συναρπαστικό. Είμαστε τα «γρανάζια της μηχανής» που οδηγούν το «Κορίτσι» στο έγκλημα και, τελικά, στην καταδίκη σε θάνατο. Είμαστε οι «μη αποκλίνοντες» της κοινωνίας της Σόφι Τρέντγουελ. Αυτοί οι χαρακτήρες που, δυστυχώς, κυριαρχούν στις περισσότερες κοινωνίες και αντιμετωπίζουν οποιαδήποτε διαφορετικότητα ως απειλή της πλασματικής σταθερότητας που έχουν φανταστεί για τη ζωή τους.

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος: Ο ρόλος μου είναι ο ρόλος του Άντρα, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στο κείμενο, του εραστή, με τον οποίον το κορίτσι νιώθει για πρώτη φορά τον πραγματικό έρωτα. Όπως λέει και η ίδια έρχεται πιο κοντά σε έναν παράδεισο επί της γης. Όπως καταλαβαίνετε δεν υπάρχουν ονόματα ρολών, αλλά ιδιότητες. Και αυτό έχει νομίζω ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο δικός μου ο ρόλος λοιπόν είναι ένας άντρας πού έχει μεγάλη εμπειρία με τις γυναίκες, από τα λεγόμενα δε των άλλων καταλαβαίνουμε πώς αρέσει πολύ σε αυτές, και ίσως το πιο γοητευτικό του στοιχείο να είναι, αυτή η χαλαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει τις σχέσεις, αλλά και την καθημερινότητά του. Θέλει να είναι ελεύθερος, και θα μπορούσε ακόμα και να σκοτώσει γι αυτό. Είναι ευγενικός, και σαν καλός “παίκτης” εκμεταλλεύεται τον κενό χώρο που του δίνεται κάθε φορά, και οργανώνει με τόλμη την επίθεση του, προκειμένου να επιτύχει το στόχο του.Πρέπει να πω πως εγώ και ο ρόλος απέχουμε αρκετά. Ακριβώς γι αυτό μου είναι ιδιαίτερα γοητευτικός. Με προκαλεί. Να τον εξερευνήσω, να τον ανακαλύψω αν θέλετε. Και νομίζω πως έχω καταλάβει πια, και τα θετικά του και τα αρνητικά του, στον βαθμό ισορροπίας που χρειάζεται για να μπορέσει να υπάρξει επί σκηνής, με “δίκαιο” τρόπο.

Άλλωστε η επιρροή την οποία δέχεται από εκείνον το κορίτσι που είναι και ο κεντρικός ρόλος του έργου, είναι καθοριστική. Είναι αυτός που θα την απελευθερώσει αλλά και θα την καταδικάσει ταυτόχρονα.

Δέσποινα Κούρτη: Παίζω την Ελέν Τζόουνς, μια γυναίκα που καταδικάστηκε σε θάνατο στην ηλεκτρική καρέκλα για τη δολοφονία του άντρα της. Η ίδια λέει για τον εαυτό της οτι δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον καθένα και λέει αλήθεια. Την ίδια στιγμή έχει ένα διαρκές ακλόνητο αίτημα για ελευθερία, ενσυναίσθηση, έλεος, έρωτα, ανθρωπιά, οξυγόνο, για λίγο περισσότερο δικό της χρόνο. Και ζει σε έναν

κόσμο, που όλα αυτά τα έχει απωλέσει, τα έχει καταργήσει θα έλεγε κανείς, ως αναποτελεσματικά, αντιπαραγωγικά, μη χρήσιμα, προϊόντα της φαντασίας. Σε έναν κόσμο μηχανή για τον οποίο η ίδια είναι μόνο ένα ελάττωμα.

Μαρί Σαββίδου : Η σύνθεση της Ιούς Βουλγαράκη πάνω στο έργο της Τρέντγουελ βασίστηκε στο βασικό δίπολο ανάμεσα στο Κορίτσι (Δέσποινα Κούρτη) και την «μηχανή» , τον κόσμο γύρω της. Κάθε πρόσωπο, υπάρχει και δρα πάντα σε σχέση με το Κορίτσι, δημιουργώντας έτσι ένα σύνολο, έναν παράξενο χορό προσώπων της ζωής του κοριτσιού, που κρίκο- κρίκο διαμορφώνουν την διαδρομή του προς ένα- σχεδόν αναπόφευκτο τολμώ να πω- έγκλημα. Το κύριο πρόσωπο που παίζω (μαζί με άλλα στην ανάπτυξη της παράστασης) είναι η Μητέρα του κοριτσιού. Μια γυναίκα στεγνή, πρακτική, δεμένη μόνο με ό,τι της επιτρέπει να επιβιώνει και παντελώς ανίκανη πια να συναισθανθεί την κόρη της. Μετράει την αλήθεια μέσα από την ύλη, αντιλαμβάνεται την ζωή με όρους επιβίωσης κι είναι αυτό που προσπαθεί να μεταφέρει στην κόρη της.

Εμμανουήλ Κοντός: Ο ρόλος μου είναι να εκπροσωπώ μια απο τις φωνές της ανάμνησης της προσωπικής τραυματικής ιστορίας μιας γυναίκας που έψαχνε τρόπους να ελευθερωθεί.

Κατερίνα Νταλιάνη: Στο έργο έρχονται αντιμέτωποι δύο κόσμοι. Ο άνθρωπος που διερωτάται και αμφισβητεί τη θέση του μέσα σε ένα σύστημα, και το ίδιο το σύστημα που για να υπάρξει δεν χωράει καμία ουσιαστική αμφισβήτηση για τη λειτουργία του. Στη παράσταση λοιπόν ο ρόλος μου είναι ένα γρανάζι αυτού του βίαιου συστήματος που για να επιβιώσει αλλάζει μορφές συνεχώς .

Ποια σκηνή κρατάτε από αυτήν την παράσταση και γιατί;

Αργύρης Ξάφης: Η αγαπημένη μου σκηνή είναι αυτή του μαιευτηρίου. Όπου η διαλυμένη πια Έλεν, καταρρέει μην μπορώντας να αγαπήσει το παιδί της, αυτό που έκανε με τον πρώην διευθυντή της. Και αυτό την γεμίζει απόλυτη ενοχή. Όλοι, όλο το σύστημα, της προσθέτει επιπλέον ενοχή κατακρίνοντάς την στην πιο ευαίσθητη στιγμή της και αυτή η ακραία συνθήκη γεννάει έναν από τους καλύτερους και πιο σύγχρονους μονόλογους, ένα κείμενο που πιστεύω πως η Σάρα Κέην θα λάτρευε και θα την ενέπνεε, αυτόν του τέλους. Όπου ολόκληρο το κοινωνικό, αξιακό, ακόμη και θεολογικό κατασκεύασμα μπαίνει υπό κρίση. Και μέσα από τα μάτια αυτού του πλάσματος που είναι γεμάτο ενσυναίσθηση για τα πάντα αναθεωρείται. Για μένα ένα μοναδικό δείγμα πρώιμου In-Yer-Face δράματος.

Δημήτρης Γεωργιάδης: Εκεί που συναντήθηκαν η Σόφι Τρέντγουελ και η Ιώ Βουλγαράκη η κάθε σκηνή, για μένα, μοιάζει με όνειρο στο οποιο μπορούν να συμβούν τα πάντα, ενώ τα πάντα είναι μη αναστρέψιμα όπως στην αληθινή ζωή. Πώς, λοιπόν, να ξεχωρίσεις κάποιο όνειρο; Ως ερμηνευτής απολαμβάνω ιδιαίτερα

τη σκηνή του «δικαστηρίου», στην οποία κρίνεται η τύχη του «Κοριτσιού». Είναι γραμμένη σαν ντοκιμαντέρ και εμπνευσμένη από την αληθινή εμπειρία της Τρέντγουελ η οποία παρακολούθησε αυτή τη δική και κατέγραψε με τρομακτική λεπτομέρεια όσα συνέβησαν μπροστά της. Πρόκειται για μια σκηνή όπου θριαμβεύει το παράλογο της πραγματικής, αληθινής ζωής.

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος: Δραματουργικά το Μάκιναλ απαρτίζεται από εννέα σκηνές ας το πούμε έτσι. Εννέα επεισόδια. Όλα έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Δύο απ’ αυτά, τουλάχιστον για μένα “αναβοσβήνουν” λίγο παραπάνω μέσα μου. Το επεισόδιο 6 και το επεισόδιο 9.

Στο επεισόδιο 6 που ίσως βαραίνει μέσα μου λίγο παραπάνω, βλέπουμε τον άντρα και το κορίτσι μετά την ερωτική τους συνεύρεση.

Λένε πως στον έρωτα, οι άνθρωποι ξεδιπλώνουν τον πραγματικό τους εαυτό. Και ίσως να έχουν δίκιο. Όμως μετά τον έρωτα νομίζω πώς το ξεδίπλωμα αυτό είναι ακόμα πιο φανερό. Για αυτό μου αρέσει αυτή η σκηνή. Γιατί είναι μία σκηνή αλήθειας.

Γιατί αυτό που έχει προηγηθεί μεταξύ τους ήταν κάτι αληθινό, ήταν κάτι ωραίο.

Και παρόλο που η διαφορά εμπειρίας στον έρωτα είναι φανερή, και φυσικά γέρνει υπέρ του ρόλου μου, η σχέση παραμένει ισότιμη. Θέλω να πω, πως η ιδιοσυγκρασία του κοριτσιού και η αλήθεια η οποία βγάζει, έρχεται να ισορροπήσει το έλλειμμα εμπειρίας της.

Και οι δυο τους αγαπούν την Ελευθερία. Ο ένας την έχει κατακτήσει, ο άλλος πρόκειται πολύ σύντομα να το κάνει. Είναι ήδη σε τροχιά.

Αυτό που μου αρέσει σε αυτή τη σκηνή ιδιαίτερα, είναι πώς μετά την ερωτική πράξη, και την ένωση των σωμάτων που έχει προηγηθεί, έρχεται και μία ιδιαίτερη πνευματική ένωση.

Και νομίζω πως αυτός είναι ο κύριος λόγος, που αυτοί οι δύο συνεχίζουν να βρίσκονται για αρκετό καιρό μετά την πρώτη τους φορά. Και φανερώνει με τον πιο αγνό και ιερό τρόπο, πως για να υπάρξει ο έρωτας χρειάζεται να ισχύει και από τις δύο πλευρές.

Χρειάζεται ο ένας να συμπληρώνει τον άλλον. Αλλά να τον θαυμάζει κιόλας και να τον σέβεται.

Η συγγραφέας προσδίδει σε κάθε επεισόδιο έναν τίτλο. Στο συγκεκριμένο επεισόδιο έδωσε τον τίτλο επαφή (intimate).

Νομίζω τα λέει όλα.

Δέσποινα Κούρτη: Όλες. Γιατί τις αγαπώ όλες. Είναι εξαιρετική η επιλογή του πυρήνα της κάθε σκηνής από την Treadwell. Σκηνές σαν πίστες ενός ανελέητου video game, που οδηγεί χωρίς πιθανότητα διαφυγής την Έλεν Τζόουνς στο έγκλημα και τον θάνατο.Επίσης στη γραφή τους, στην κατασκευή τους είναι πολύ διαφορετικές η μία από την άλλη. Η κάθε μία έχει το δικό της κλειδί. Ωστόσο με συγκινεί ιδιαίτερα αυτό που λέει ο ιερέας στη σκηνή της φυλακής λίγα δευτερόλεπτα πριν ένας άνθρωπος θανατωθεί από τους συνανθρώπους του. « Δείξε έλεος Χριστέ μου». «Σε όλους μας» νιώθω κάθε φορά που το ακούω. Σε πρώτο πληθυντικό.

Μαρία Σαββίδου: Την τελευταία σκηνή. Την ώρα που η μηχανή οδηγεί το κορίτσι στην ηλεκτρική καρέκλα, εμείς, οι άνθρωποι της μηχανής προσευχόμαστε για έλεος και τραγουδάμε υμνώντας την γενναιοδωρία του Κυρίου καθώς κουρεύουμε το κορίτσι και το οδηγούμε στον θάνατο. Αυτή η βαθιά ειρωνεία της στιγμής του τέλους, της πίστης και του αισθήματος δικαίου της κοινωνίας.

Εμμανουήλ Κοντός: Η σκηνή μιας καθημερινης μέρας σε ενα γραφείο. Όλοι οι υπάλληλοι , λογιστές, αρχειοθετες, στενογραφοι και τηλεφωνητριες, κουρδιζονται από την υψηλή λειτουργικότητα και την αποτελεσματικότητα . Οτιδήποτε αναποτελεσματικό, παρεκκλίνει του κανόνα, είναι πρόβλημα, είναι εμπόδιο που χρειάζεται να περιθωριοποιηθεί και χωνευτεί από τα γρανάζια της μηχανής.

Κρατώ λοιπόν μια απο τις ελαφρές νοτες, αυτής της καθημερινής ασφυκτικής παρτιτουρας, μιας καθημερινής ημερας, σε ενα καθημερινό εργασιακό περιβάλλον.

Κατερίνα Νταλιάνη: Μια από τις σκηνές που κρατάω είναι η σκηνή με τη μητέρα και την κόρη. Το πώς η οικογένεια που σαν έννοια θεωρητικά, συνεπάγεται τη φροντίδα, την κατανόηση , την αγάπη , τελικά δεν είναι παρά το πρώτο σκαλοπάτι ενός βίαιου συστήματος μέσα στο οποίο ο άνθρωπος μαθαίνει να υποτάσσεται ή σε άλλες περιπτώσεις , να ασκεί και ο ίδιος βία.