Ο-Γιάννης-Λεοντάρης-σκηνοθετεί-«Οπως-πάει-το-ποτάμι»

Σαράντα χρόνια μετά το θρυλικό «Μπεντ», το τελευταίο έργο του Μάρτιν Σέρμαν «Όπως πάει το ποτάμι» που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές σε Αγγλία και Αμερική, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε μετάφραση του Αντώνη Πέρη και σκηνοθεσία του Γιάννη Λεοντάρη. Πρωταγωνιστούν οι Περικλής Μουστάκης, Μάνος Καρατζογιάννης και Δημήτρης Ροΐδης.

Πρόκειται για μια μοναδική ερωτική ιστορία που ισορροπεί με δεξιοτεχνία ανάμεσα στο χιούμορ και τη συγκίνηση.Το έργο αποτυπώνει τους θριάμβους και τις ήττες του κινήματος των ομοφυλοφίλων, πενθώντας και γιορτάζοντας αντίστοιχα για τα φαντάσματα του παρελθόντος, αλλά και για τις διεκδικήσεις του παρόντος και του μέλλοντος.

Η ιστορία της παράστασης ξεκινάει με τον Μπο, έναν Αμερικανό πιανίστα που ζει στο Λονδίνο και πιστεύει ακράδαντα πως όλες οι ερωτικές σχέσεις έχουν ημερομηνία λήξης.  Συναντάει στα 62 του μέσω διαδικτύου τον Ρούφους, έναν 29χρονο διπολικό δικηγόρο ο οποίος γοητεύεται από το παρελθόν που ο Μπο αντιπροσωπεύει. Γίνονται ζευγάρι και ζουν μαζί για δεκατρία χρόνια. Η σχέση τους φωτίζεται από αφηγήσεις για όλη την ιστορία του gay κινήματος, από τη δεκαετία του 1920 μέχρι και σήμερα. Βαθαίνει, δυναμώνει και βρίσκεται μπροστά στα μεγάλα διλήμματα της ερωτικής συμβίωσης: αντισυμβατικότητα ή «κανονικότητα»; Κίνδυνος ή ασφάλεια; Εξέγερση ή ενσωμάτωση;

Στο τέλος, το τρίτο πρόσωπο, ο νεαρός drag performer Χάρυ, θα επιδράσει καταλυτικά στο ζευγάρι… Στο μικροσκόπιο του βραβευμένου συγγραφέα, οι ανασφάλειες, οι εγωισμοί, τα όνειρα, το γήρας, η φθορά, η αναζήτηση ταυτότητας, η αφοσίωση, ο γάμος, η υιοθεσία και βέβαια η αποδοχή. Ο Σέρμαν στο «Όπως πάει το ποτάμι» καταθέτει μια μεγάλη παρακαταθήκη, μια «εποποιία της διαφορετικότητας» καταφέρνοντας, με αφετηρία τον ομόφυλο έρωτα, να μιλήσει με τόλμη για όλα τα ζευγάρια, όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τη σεξουαλική ταυτότητα που επιλέγει ο καθένας.

Η παράσταση αξιοποιώντας τόσο τη θεατρική, όσο και την κινηματογραφική φόρμα, θέτει στην πραγματικότητα τα αμείλικτα και δύσκολα ερωτήματα που αφορούν όλες και όλους τους ερωτευμένους.

Ο Γιάννης Λεοντάρης μιλάει στα «Νέα» για την παράσταση, τις διεκδικήσεις του παρόντος και τον ερωτικό πόθο.

Πώς προέκυψε η ιδέα για την παράσταση; 

Η ιδέα προέκυψε από την ίδια την ποιότητα του έργου του Μάρτιν Σέρμαν. Το στοίχημα που βάζει ο σπουδαίος αυτός δραματουργός είναι παράδοξο και προκλητικό για κάθε σκηνοθέτη και κάθε ηθοποιό:  να χωρέσει σε ένα θεατρικό έργο δωματίου μία επική αφήγηση και μία ερωτική εξομολόγηση. Από τη μία, η «εποποιία» των διεκδικήσεων της gay κοινότητας για σεβασμό στη διαφορετικότητα και ίσα δικαιώματα. Από την άλλη, η τρυφερή όσο και σπαρακτική εξομολόγηση για τη φθορά του γήρατος και τον ερωτικό πόθο. Ο Σέρμαν ξεδιπλώνει μια ιστορική αναδρομή με συνταρακτικά ντοκουμέντα μέσα από την ερωτική ιστορία δύο ανδρών με μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ τους, η οποία εκτυλίσσεται εξολοκλήρου στο καθιστικό του κοινού τους σπιτιού κατά τη διάρκεια δεκατεσσάρων χρόνων. Δεν πρόκειται για ένα «gay έργο» για «ειδικό κοινό», αλλά για μία περιπέτεια συναισθημάτων. Αυτή η απολύτως ρομαντική ερωτική ιστορία  με ενδιέφερε προσωπικά. Και τώρα, στο τέλος μιας περιπετειώδους και γοητευτικής διαδρομής με εξαιρετικούς ηθοποιούς (Περικλής Μουστάκης, Μάνος Καρατζογιάννης και Δημήτρης Ροϊδης), αισθάνομαι ότι σε μια εποχή απενοχοποιημένου κυνισμού ο Σέρμαν ανακατεύει την τράπουλα με γοητευτικό τρόπο και υπονομεύει τα νέα στερεότυπα περί «τέλους των συναισθημάτων». Και λίγος ρομαντισμός δε βλάπτει!

Η ιστορία του gay κινήματος που παρουσιάζεται μέσω των αφηγήσεων, ποιες διεκδικήσεις του παρόντος και του μέλλοντος μας θυμίζει; 

Ο διπολικός νεαρός δικηγόρος Ρούφους, διψά για «γεύσεις από το παρελθόν» και συνθέτει ένα ιδιωτικό ντοκιμαντέρ κινηματογραφώντας αφηγήσεις του Μπο, συντρόφου του και πιανίστα της τζαζ, γύρω από τα πάθη και τους αγώνες των ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1930 μέχρι σήμερα. Πολλές από τις πληροφορίες που δίνει το έργο, είναι για τους περισσότερους από εμάς άγνωστες, όπως η περίπτωση του Gene Malin, του πρώτου gay perfomer στα χρόνια του Μεσοπολέμου και η τραγωδία του δολοφονικού εμπρησμού ενός διάσημου gay bar στη Νέα Ορλεάνη με 32 απανθρακωμένους ανθρώπους το 1973. Οι ιστορίες αυτές υπογραμμίζουν το διαχρονικό αίτημα για σεβασμό στη διαφορετικότητα αλλά και τη διαχρονική βία απέναντι στο «διαφορετικό». Τα πρόσφατα παραδείγματα άφθονα, δίπλα μας, στο κέντρο της Αθήνας.

Ο ερωτικός πόθος των δύο ηρώων, υποχωρεί μπροστά στη φθορά του γήρατος; 

Ο ερωτικός πόθος είναι ταυτόχρονα διανοητική και σωματική συνθήκη. Δεν υποχωρεί ποτέ, ούτε μπροστά στον θάνατο. Η σωματική φθορά και το γήρας τον καθιστούν πολλές φορές περισσότερο οδυνηρό, ακραίο και απαιτητικό. Ο Μπο, ο ηλικιωμένος ήρωας του έργου, αν και έχει την πεποίθηση ότι για όλες τις ερωτικές σχέσεις το τέλος είναι αναπότρεπτο, όσο μεγαλώνει βιώνει τον ερωτικό πόθο ως αγωνιώδες αίτημα, ως διαρκή επαναστατική αποκοτιά. Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά τον καθιστούν δραματικό πρόσωπο και εξαιρετικά ενδιαφέροντα θεατρικό χαρακτήρα.

Στα μεγάλα διλήμματα της ερωτικής συνύπαρξης, υπάρχουν τελικά σωστές απαντήσεις; 

Τις απαντήσεις στα διλήμματα του έρωτα τις δίνει πάντα η ζωή, όχι εμείς. Συχνά οι απαντήσεις αυτές οδηγούν στην καταστροφή. Σε σπάνιες, αλλά υπαρκτές περιπτώσεις η ομορφιά της διάρκειας του έρωτα υπερισχύει της φθοράς. Όταν συμβαίνει αυτό, μιλάμε για ευτυχία.

Η «κανονικότητα» που διεκδικούν οι ήρωες, μήπως είναι τελικά μια ψευδαίσθηση; 

Τι σημαίνει κανονικότητα; Τα τελευταία χρόνια αυτή είναι η αγαπημένη λέξη της εξουσίας. Οι λόγοι, προφανείς. Στο υπαρξιακό πεδίο όμως, είναι και άλλα πράγματα: για άλλους σημαίνει να πορεύονται όπως πάει το ποτάμι, για άλλους ησυχία, για άλλους αρμονία, για άλλους τέλμα. Για τους περισσότερους ανθρώπους είναι μια απολύτως σεβαστή ζωτική ανάγκη. Το δικαίωμα στον καθένα να επιλέξει αν επιθυμεί να είναι ενταγμένος στο σύστημα και σε θεσμούς κανονικότητας όπως η οικογένεια, ο γάμος, η υιοθεσία, είναι αναφαίρετο. Αυτό ισχύει για όλες και όλους ανεξάρτητα από την όποια ταυτότητα διεκδικούν, ιδεολογική, θρησκευτική ή έμφυλη. Η απάντησή μου λοιπόν στο ερώτημά σας είναι: όχι, η κανονικότητα δεν είναι ψευδαίσθηση, για κάποιους είναι επιλογή και αίτημα. Μπορούν όμως σήμερα όλα τα ανθρώπινα πλάσματα να επιλέξουν ελεύθερα αν θα είναι ενταγμένα ή ανένταχτα; Αν θα είναι συντηρητικά ή ριζοσπαστικά; Εξέγερση ή ενσωμάτωση; Αυτά είναι τα μεγάλα ερωτήματα που θέτει το έργο του Σέρμαν χωρίς να εκβιάζει εύκολες απαντήσεις.