Ο-Δημήτρης-Αλεξίου-χτυπάει-«Το-κουδούνι»-στο-Θέατρο-Μεταξουργείο

Μετά από 10 συνεχόμενες SOLD OUT παραστάσεις και με ενθουσιώδεις κριτικές και υποδοχή από κοινό και κριτικούς, το νέο σύγχρονο ελληνικό έργο «Το κουδούνι» του Δημήτρη Αλεξίου που ανεβαίνει για πρώτη φορά σε δική του σκηνοθεσία από την ομάδα Αντικλείδι, συνεχίζει τις παραστάσεις του στο θέατρο στο Θέατρο Μεταξουργείο κάθε Σαββατοκύριακο έως τις 2 Ιανουαρίου.

Πρόκειται για μία αναμέτρηση με τις κρυμμένες και παραμελημένες αλήθειες, με τα βολικά ψέματα, με τις κοινωνικές συμβάσεις και υποχρεώσεις, με τον ίδιο μας τον εαυτό. Μια βουτιά στην ψυχή όχι μόνο των ηρώων αλλά καθενός μας. Αμείλικτη, σκληρή, ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας, από μία δουλεμένη ομάδα που φλέγεται πάνω στο σανίδι. Μια παράσταση που χωρίς να είναι κωμωδία αναπολεί με χιούμορ την τρυφερότητα και την κίβδηλη αγνότητα του παρελθόντος, που χωρίς να είναι θρίλερ προκαλεί τρόμο για το τι είναι ικανοί οι άνθρωποι, που χωρίς να είναι αστυνομική ψάχνει τις αιτίες θανάτου και εγκλημάτων, που χωρίς να είναι queer κοιτάζει στα ίσια το θέμα της φαλλοκρατίας, του σεξισμού, της σεξουαλικότητας και της αναζήτησης της σεξουαλικής ταυτότητας.

Η ιστορία ξεκινάει με μια εφηβική παρέα αγοριών που άντεξε στο πέρασμα του χρόνου. Σαραντάρηδες πια καλούνται να έρθουν αντιμέτωποι με όσα δεν ήξεραν αλλά και όσα ήξεραν και επέλεγαν επιμελώς να καταχωνιάζουν. Παράλληλα, μια μάνα κατάκοιτη με αδυναμία ομιλίας επικοινωνεί τις ανάγκες αλλά και όλες τις επιθυμίες της με ένα ηλεκτρικό κουδούνι κρεμασμένο στο λαιμό.

Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους έχουν οι Απόστολος Βαρναβέλιας, Κατερίνα Ξαναλάτου, Βασίλης Λαδικός , Γιώργος Χάιντας , Βαρβάρα Ραμπαούνη, Γεωργία Προκοπίου. Φιλική συμμετοχή ο Βασίλης Μουτσόπουλος.

Ο Δημήτρης Αλεξίου μίλησε στα «Νέα» για την παράσταση, την εφηβεία και το νέο ελληνικό κείμενο.

 

Πώς προέκυψε η ιδέα για το έργο;

Η αρχική ιδέα ήταν μία γυναίκα κατάκοιτη με αδυναμία κίνησης και ομιλίας. Ένα ηλεκτρικό κουδούνι στο λαιμό θα ήταν το μόνο που θα μπορούσε να χτυπήσει ως μέσο επικοινωνίας.  Ήθελα να δω πως θα μπορούσε πράγματι ένας άνθρωπος σε αυτή την κατάσταση να επικοινωνήσει με τους γύρω του, να εκφράσει συναισθήματα, ακόμα και να χειραγωγήσει καταστάσεις. Μετά όμως αντιλήφθηκα ότι το να αφήσω οποιαδήποτε ηθοποιό ακίνητη και χωρίς λόγια επί ένα δίωρο θα ήταν απάνθρωπο, οπότε έδωσα κίνηση και στην ίδια. Την έβαλα να αφηγείται το παρελθόν εξωρρεαλιστικά. Και τότε ήταν που το κουδούνι γιγαντώθηκε και έγινε σύμβολο όλων των μυστικών, των απαιτήσεων, των δυσλειτουργιών της ελληνικής οικογένειας και εν πολλοίς της ελληνικής κοινωνίας γενικότερα. Η φράση «θα μας κρεμάσουν κουδούνια» έγινε θηλιά για τους ήρωες του έργου. Το κουδούνι έγινε τελικά οι έξωθεν απαιτήσεις και συμβάσεις που κυριαρχούν στη ζωή μας και απαιτούν το συμβιβασμό μας. Όλοι μας έχουμε κάποιο κουδούνι που τρέμουμε να μη χτυπήσει.

Ποια θέματα θίγει το κείμενό σου;

Τη χειριστικότητα  και καταπιεστικότητα ως ίδιον των οικογενειακών και φιλικών σχέσεων, την εκμετάλλευση, το σεξισμό, την υποταγή, το συμβιβασμό, το στρουθοκαμηλισμό των ανθρώπων σε σχέση με τα συναισθήματά τους, τα ψεύδη λόγω κοινωνικών συνθηκών και την κατάρρευση που πάντοτε είναι ολοκληρωτική όταν απελευθερωθούν σκέψεις και συναισθήματα χρόνων. Η αναζήτηση του έρωτα και της σεξουαλικής ταυτότητας είναι επίσης πανταχού παρούσα στο έργο με πολύ πιο υπόγειο όμως – και γι’ αυτό επικίνδυνο – τρόπο. Και τέλος, η φιλία είναι το κεντρικό μοτίβο, ο καμβάς πάνω στον οποίο χτίζονται όλα. Με τις σταθερές που διαμορφώνει στη ζωή μας, την ιδιοτέλεια ή την ανιδιοτέλειά της, τα σκοτεινά της σημεία. Χρειαζόμουν μία ομάδα φίλων για το έργο αυτό και χαίρομαι γιατί αυτό ακριβώς βρήκα στην ομάδα Αντικλείδι.

Αυτή η εφηβική παρέα των αγοριών, κρύβει στοιχεία δικά σου στον πυρήνα της;

Δεν έχω εμπειρίες από μία καθαρά αντρική αθλητική ομάδα με τα στερεότυπα και τα πρότυπα του αθλήματος. Οι ομάδες στις οποίες συμμετείχα πάντα από μικρός ήταν μικτές και καλλιτεχνικές και συνεπώς εξέλιπε σε μεγάλο βαθμό αυτή η μυστικοπάθεια, ο ανταγωνισμός, η αρρενωπή τοξικότητα και περηφάνια ή η συναισθηματική ομερτά που συχνά οι άντρες προτιμούν και θεωρούν προτέρημα. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι ακόμα κι εγώ έτσι λειτουργούσα σε μεγάλο βαθμό. Απλώς οι σχέσεις και οι ισορροπίες με τους άλλους δεν ήταν ίδιες. Πάντως ο κάθε ένας από τους άντρες ήρωες του έργου κρύβει δικά μου χαρακτηριστικά: Ο Μάριος την ενδόμυχη τάση να κάνεις ό,τι μπορείς για να βοηθήσεις τους γύρω σου (που μεγαλώνοντας χαλάρωσε λόγω έλλειψης χρόνου κυρίως), ο Γιάννης τη συνέπεια , την υπευθυνότητα και την πολιτική ορθότητα (που ευτυχώς έχω αρχίσει να αποβάλω) και ο Οδυσσέας την αυθόρμητη τάση μου να λέω τα πράγματα με το όνομά τους – απλώς με λιγότερο αγενή τρόπο. Ο προπονητής μάλιστα μοιάζει θα έλεγα περισσότερο με εμένα τώρα που μεγάλωσα, αφού πολύ συχνά ενεργώ και μιλώ κάπως διδακτικά, ενώ έχω συνηθίσει να αποτελώ τον συνδετικό κρίκο σε συλλογικότητες και ομαδικές προσπάθειες. Είμαι όλοι οι ήρωες του έργου μαζί και κανένας. Η μητέρα μου πάντως υπήρξε και είναι ακόμα ένας καταπιεστικός άνθρωπος, αλλά αυτό ήταν  πάντα μεγαλύτερο πρόβλημα για την υπόλοιπη οικογένεια απ’ ότι για μένα που αυτονομήθηκα νωρίς.

Πόσο μας επηρεάζουν τελικά οι άνθρωποι γύρω μας κατά τη γνώμη σου;

Παραπάνω απ’ όσο θέλουμε και θα θέλαμε να παραδεχτούμε. Κανείς μας δε ζει μόνος του. Ακόμα και οι αποτραβηγμένοι από την κοινωνία ή οι μοναχικοί άνθρωποι πήραν αυτή την απόφαση ή κατέληξαν έτσι μετά από την αλληλεπίδρασή τους με τους άλλους. Και μόνο μέσα από αυτήν μπορεί να αλλάξει ξανά η κατάστασή τους. Κάθε σχέση που έχουμε συγγενική, φιλική ή ερωτική δημιουργεί δεσμούς, υποχρεώσεις, συμβάσεις. Είμαστε το σύνολο των δυνάμεων και των δυναμικών που αναπτύσσονται μέσα από τις σχέσεις της ζωής μας. Πολλές φορές αυτό είναι ελπιδοφόρο και αναζωογονητικό, άλλες πάλι είναι αφόρητα εγκλωβιστικό. Γι’ αυτό και νομίζω ότι η ειλικρίνεια και η αυθεντικότητα είναι η βάση κάθε ανθρώπινης σχέσης ακόμη κι αν οδηγεί σε συγκρούσεις. Το ζητούμενο είναι να μη μισήσουμε κάποτε ο ένας τον άλλο επειδή δε μας άφησε να είμαστε ο εαυτός μας. Δε χρειάζεται να γινόμαστε ίδιοι, ούτε καν απόλυτα συμβατοί με τους δικούς μας ανθρώπους. Το μόνο που μας χρειάζεται είναι κάθε φορά που τους σκεφτόμαστε να νιώθουμε ότι υπάρχει αμοιβαία αγάπη χωρίς συμβιβασμούς για να επιτευχθεί αυτή.

Μετά από δύο χρόνια θεατρικής απραξίας, πώς είναι η επιστροφή στην ενεργό δράση;

Για μας τους ανθρώπους του θεάτρου είναι σχεδόν σαν να μπορούμε να ανασάνουμε ξανά. Και το λέω αυτό παρόλο που αυτή τη φορά δε βιώνω ως ηθοποιός την παρουσία στη σκηνή. Ακόμα κι από τον εξώστη μου, φορώντας τη μάσκα μου έχω την ίδια αίσθηση. Και επειδή εμείς ήμασταν από τους άτυχους που ετοιμάζονταν να ανεβάσουν την παράσταση το 2020, δύο περίπου μήνες μετά την έναρξη της καραντίνας, το γεγονός ότι τελικά τα καταφέραμε, παρά τις δυσκολίες, παρά τις ειδικές συνθήκες που ακόμη επικρατούν, παρά τις αντικαταστάσεις που επέβαλλε το πέρασμα του χρόνου, το βλέπουμε ως θαύμα. Είμαι ευγνώμων στους ηθοποιούς της ομάδας που αγάπησαν το έργο όσο κι εγώ για να αντέξουν μία σχεδόν δίχρονη προετοιμασία, με διαδικτυακές πρόβες ανά διαστήματα για να ανέβει τελικά αυτή η παράσταση.

Μέσα σε μια ασταθή κατάσταση λόγω της πανδημίας, πόσο εύκολο είναι να συστήνεις στο κοινό ένα νέο ελληνικό έργο;

Η πρώτη μας διαπίστωση είναι ότι το κοινό είναι πραγματικά διψασμένο για θέατρο και παραστατικές τέχνες γενικά. Ενάμισι χρόνο μόνο η τηλεόραση, το διαδίκτυο και το βιβλίο ήταν διέξοδοι και επαφή με την Τέχνη. Οπότε τώρα στράφηκε σε αυτό που του είχε λείψει και το οποίο καθώς φαίνεται είναι και το πιο ασφαλές από οποιαδήποτε άλλη δημόσια δραστηριότητά του γιατί όλοι μας στο χώρο του θεάτρου τηρούμε πιστά τα υγειονομικά πρωτόκολλα. Και παρόλο που θεωρητικά θα έπρεπε να είναι πολύ δύσκολο για μας που δεν έχουμε αναγνωρισιμότητα, που δεν έχουμε ένα γνωστό έργο να παρουσιάσουμε, αυτό κάπως έχει λειτουργήσει υπέρ μας. Η πλειοψηφία των θεάτρων επαναλαμβάνει τις επιτυχημένες παραστάσεις των περασμένων ετών ως πιο ασφαλείς και λιγότερο δαπανηρές επιλογές. Τα περισσότερα επίσης θέατρα επέλεξαν να είναι αμιγείς χώροι, κάτι που εμείς ιδεολογικά απορρίψαμε ως αδιανόητο διαχωρισμό μεταξύ των θεατών παρόλο που πιστεύουμε ακράδαντα στην ανάγκη εμβολιασμού και στην επιστήμη και είμαστε όλοι εμβολιασμένοι, παρά το γεγονός ότι πλέον αναγκαστικά συνεχίζουμε ως αμιγής χώρος λόγω των νέων μέτρων. Τέλος, έχει λειτουργήσει πραγματικά υπέρ μας το ότι κανείς δεν ξέρει ακριβώς ποιο είναι το περιεχόμενο του έργου και τι θα δει και η έκπληξη είναι κάθε φορά έκδηλη στα πρόσωπα των θεατών. Κανείς δεν περιμένει ότι θα δει κάτι τόσο δυνατό, κάτι που τον αφορά τόσο πολύ, κάτι που σίγουρα του θυμίζει κάτι που έχει ζήσει. Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι για να περιγράψουν την παράσταση είναι «καθηλωτική». Δεν το περιμένουν, δεν έχουν προσδοκίες και γι’ αυτό τους αρπάζει μέσα. Ο ανυποψίαστος θεατής έχει και τις πιο αυθεντικές αντιδράσεις.

Νομίζω όμως ότι η ανάγκη για καλό σύγχρονο ελληνικό έργο είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Η παρουσίαση των αρχαίων και κλασικών έργων ξανά και ξανά έχει οδηγήσει σε μία διαστρεβλωμένη κατ’ εμέ ιδέα του θεάτρου, όπου η προσωπικότητα του σκηνοθέτη, το όραμά του και οι πρωτοποριακές του ιδέες ενίοτε καπελώνουν και δεν υπηρετούν το κείμενο που είναι η πρώτη του ύλη. Αυτό δεν ξεκινάει μόνο από τους ίδιους τους σκηνοθέτες αλλά και από μία ανάγκη να είναι κάθε ανάγνωση κλασικού κειμένου διαφορετική από τις προηγούμενες. Επίσης στο σύγχρονο θέατρο, υπάρχει μία τάση να εμπιστευόμαστε νέους ή τουλάχιστον σύγχρονους συγγραφείς από άλλες χώρες, να φέρνουμε τις νέες επιτυχίες ή τις νέες τάσεις από χώρες του εξωτερικού, όπως ας πούμε την Ισπανία, τα έργα της οποίας γνωρίζουν μεγάλη άνθηση στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ενώ ταυτόχρονα δεν ψάχνουμε, ούτε επιχειρούμε να αναδείξουμε νέες ελληνικές φωνές, τη δική μας ματιά, το ελληνικό στοιχείο στη δραματουργία, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Αν θέλετε να κάνετε μία πρόχειρη στατιστική δείτε τι ποσοστό από τις 230 περίπου παραστάσεις που παίζονται αυτή τη στιγμή στα αθηναϊκά θέατρα είναι σύγχρονο ελληνικό έργο, γραμμένο την τελευταία εικοσαετία. Γιατί άραγε; Δεν ξέρουμε να γράφουμε ή δεν έχουμε τίποτα να πούμε στα χρόνια της οικονομικής και της υγειονομικής κρίσης οι Έλληνες;

Ποιο είναι λοιπόν το μέλλον για «το Κουδούνι», την ομάδα Αντικλείδι και το Δημήτρη Αλεξίου;

Λογικά θα δίναμε τις 14 παραστάσεις που είχαμε προγραμματίσει και θα γυρίζαμε όλοι στην καθημερινότητά μας σκεφτόμενοι ποια θα ήταν η επόμενη δουλειά της ομάδας μας. Το γεγονός ότι ήταν τέτοια η αντιμετώπιση του κοινού,  τέτοια τα σχόλια και οι κριτικές και ότι όλες οι παραστάσεις μας μέχρι στιγμής ήταν sold out , έστω και με περιορισμένη χωρητικότητα λόγω μικτού χώρου, μας αναγκάζει να προχωρήσουμε σε παράταση. Αισθανόμαστε ότι θα ήταν απρέπεια από πλευράς μας να μη δώσουμε την ευκαιρία να δουν την παράσταση όσο περισσότεροι γίνεται, εφόσον πραγματικά υπάρχει τέτοιο ενδιαφέρον.  Το ίδιο το θέατρο Μεταξουργείο άλλαξε τον προγραμματισμό του για να συνεχίσουμε για 10 ακόμα παραστάσεις και πλέον η παράσταση θα παίζεται κάθε Σάββατο στις 21:30 και κάθε Κυριακή στις 17:30 μέχρι 2 Γενάρη. Επομένως η ομάδα θα συνεχίσει να υπάρχει επί σκηνής με το ίδιο έργο και τα μελλοντικά θεατρικά σχέδια αναβάλλονται για λίγο. Ίσως αυτό δώσει σε μένα λίγο προσωπικό χρόνο για να ασχοληθώ με το επόμενο μυθιστόρημά μου που κυκλοφορεί σε λίγο καιρό μετά από απουσία μου 9 ετών από την εκδοτική παραγωγή.  Θα έχω την ευτυχία για λίγο καιρό να είμαι ταυτόχρονα λογοτεχνικός και θεατρικός συγγραφέας και να αποσυμπιεστώ από την παράσταση που μονοπώλησε τη δημιουργικότητά μου επί δύο σχεδόν χρόνια.