Ο-Ευκλείδης-Τσακαλώτος,-το-κόκκινο-σακίδιό-του-και-ένα…-βιβλίο

Τα βιβλία των εν ενεργεία πολιτικών συχνά – και ορθά – αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη. Ο λόγος ότι οι συγγραφείς τους έχουν πάντα επίγνωση της δραστικότητας του πολιτικού λόγου και φροντίζουν να διαχειρίζονται τον βαθμό ειλικρίνειάς τους ανάλογα με την όποια πολιτική σκοπιμότητα θέλουν να προωθήσουν.

Ωστόσο, για να είμαι δίκαιος, το να γράψει βιβλίο ένας πολιτικός – και δεν αναφέρομαι στα συμπιλήματα κειμένων που κάποια στιγμή στο πρόσφατο παρελθόν ήταν της μόδας να εκδίδονται συχνά κοντά στις παραμονές εκλογών – αποτελεί μια ενδιαφέρουσα διανοητική άσκηση, καθώς υποχρεώνουν τον πολιτικό να αναμετρηθεί με ένα είδος λόγου που εκ των πραγμάτων είναι διαφορετικό από αυτό της καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης. Σε όλα αυτά υπάρχουν και εξαιρέσεις, κυρίως όταν οι συγγραφείς τους υπήρξαν και ενεργοί διανοούμενοι και ερευνητές πριν την εμπλοκή με την πολιτική.

Από τις πανεπιστημιακές αίθουσες στην ενεργό πολιτική

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι μια τέτοια περίπτωση. Πριν αρχίσει να εμπλέκεται πιο συστηματικά και από θέσεις ευθύνης με την πολιτική είχε περάσει αρκετά χρόνια ως πανεπιστημιακός. Αλλά ακόμη και όταν έγινε ηγετικό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ δεν έπαψε να έχει και μια συστηματική παρουσία με τον γραπτό λόγο, όπως λ.χ. προκύπτει από τα συγγραφική του δραστηριότητα στην περίοδο 2011-2015.

Το τελευταίο βιβλίο του Ευκλείδη Τσακαλώτου, με τίτλο Στο κόκκινο σακίδιο. Πολιτικό ημερολόγιο και άλλα κείμενα (εκδόσεις Πόλις, 2021), ο Τσακαλώτος επιλέγει να συγκεντρώσει κείμενά του που έχουν περισσότερο το χαρακτήρα άμεσου σχολιασμού της επικαιρότητας. Κατά βάση το βιβλίο του περιλαμβάνει τα πολιτικά του ημερολόγια της περιόδου 2019-2020 και 2012-2013 διανθισμένο με ορισμένα άλλα κείμενα, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων από το μακρινό 1987 όταν αρθρογραφούσε στο Κάπα ένα περιοδικό που εξέφραζε τον χώρο  του ΚΚΕ εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά.

Ο Τσακαλώτος ως σχολιαστής

Τα κείμενα του βιβλίου αποτυπώνουν στην πραγματικότητα τη διαδρομή του Τσακαλώτου. Παρότι βρέθηκε στην κατεξοχήν στρατηγική-τεχνοκρατική θέση του υπουργού Οικονομικών, ο Τσακαλώτος με μία έννοια είναι πάντα ο αριστερός πανεπιστημιακός που σχολιάζει την πραγματικότητα και δη από την ιδιαίτερη δική του οπτική που συνδυάζει την οικονομία με στοιχεία ηθικής φιλοσοφίας. Αυτό μεταφράζεται σε μια διαρκή επιφύλαξη απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό και ένα γενικό αίτημα μιας κοινωνίας και μιας οικονομίας πιο δίκαιης και πιο ηθικής.

Το ίδιο ύφος έχει τον «ανεπίσημο» χαρακτήρα του ημερολογίου και φυσικά το απαραίτητο χιούμορ που στο γραπτό λόγο ανασαίνει περισσότερο από όσο στο κοινοβούλιο, όπου ενίοτε φαντάζει παραδοξολογία. Επιπλέον σφραγίζεται από τις αναγνωστικές επιλογές του ίδιου του Τσακαλώτου, φανατικού αναγνώστη όπως προκύπτει και συνδρομητή δύο σημαντικών βρετανικών περιοδικών, του London Review of Books και της New Left Review, αλλά και με μια προσπάθεια να παρακολουθεί τις νέες εκδόσεις βιβλίων, συμπεριλαμβανομένων και των λογοτεχνικών. Άλλωστε, παρότι πολιτικό βιβλίο το προλογίζει μια από τις σημαντικότερες ελληνίδες λογοτέχνιδες, η Μάρω Δούκα.

Η τοποθέτηση του Τσακαλώτου ήταν γνωστή και πριν το βιβλίο. Χωρίς να στρατεύεται σε μια εκδοχή ιδιαίτερα επιθετικής «ριζοσπαστικής αριστεράς», πάντα προσπαθεί να διακρίνει την τοποθέτησή του – ακόμη και εκεί όπου δεν απέχει πολύ από μια  εκδοχή «αριστερής σοσιαλδημοκρατίας» – από τις επίσημες εκδοχές της «κεντροαριστεράς», επιμένοντας στην ανάγκη διαμόρφωσης και παρουσίασης εναλλακτικών επιλογών σε διάλογο με τα κινήματα.

Οι τοποθετήσεις στην περίοδο της πανδημίας τονίζουν ιδιαίτερα τις «ρωγμές στη νεοφιλελεύθερη κυριαρχία» (σελ. 330) που διακρίνει, ιδίως σε σχέση με την ανάληψη σημαντικών δράσεων από το κράτος και το βιβλίο είναι όντως γεμάτο από εύστοχες παρατηρήσει για τα διαχρονικά όρια του νεοφιλελευθερισμού ως κρατικής διαχείρισης, παρατηρήσεις τις οποίες ο νηφάλιος και «κουβεντιαστός» τόνος του βιβλίου τελικά τις υπογραμμίζει.

Ωστόσο, ο αναγνώστης που θα περίμενες πιο συγκεκριμένες προγραμματικές τοποθετήσεις μένει ίσως με μια αίσθηση ανικανοποίητου, όμως υποθέτω ότι ο Τσακαλώτος θα θεώρησε ότι κάτι τέτοιο είναι εκτός των ορίων του βιβλίου και των κειμένων που περιλαμβάνει.

Η αμηχανία του απολογισμού

Ο Τσακαλώτος δεν προσφέρει σε αυτό το βιβλίο κάποιον συστηματικό απολογισμό των προκλήσεων με τις οποίες αναμετρήθηκε ως υπουργός Οικονομικών. Δεν έχουμε να κάνουμε δηλαδή με κάτι ανάλογο με το Adults in the Room του Γιάνη Βαρουφάκη. Άλλωστε, ο ίδιος σπεύδει να πει ότι τον καλύπτει το κείμενο απολογισμού της περιόδου 2019-2020 που ψήφισε η ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ το 2020. Ωστόσο και στην εισαγωγή και σε ένα κείμενο του 2021, ο Τσακαλώτος τοποθετείται και πάνω στη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Τσακαλώτος δεν θεωρεί ότι η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ περιγράφεται απλώς ως το «όχι που έγινε ναι» και θεωρεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να δώσει μια πολιτική απάντηση. Περιγράφει δε τον απολογισμό της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με βάση το σχήμα των τριών καλαθιών: το πρώτο ήταν τα υποχρεωτικά μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, το δεύτερο ήταν τα συμφωνημένα μνημονιακά μέτρα που όμως είχαν περιθώρια διαπραγμάτευσης, όπου θεωρεί ότι υπήρξαν και κέρδη (π.χ. ως προς τον χαρακτήρα του «Υπερταμείου») και τρίτο καλάθι τα μέτρα εκτός μνημονίων όπως ήταν η επέκταση δημοκρατικών δικαιωμάτων ή η Συμφωνία των Πρεσπών. Την ίδια στιγμή δεν παραλείπει να υπογραμμίζει ότι η ίδια η οικονομία βάζει όρια στο πώς μπορεί να υπάρξει μια επεκτατική οικονομική πολιτική αναδιανομής: «Πιστεύω πως οι περισσότεροι θα συμφωνούσαν πώς δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε ότι μια κυβέρνηση θα εμφάνιζε δημοσιονομικά ελλείμματα της τάξης, ας πούμε, του 10% ανά έτος για 10-15 χρόνια μόνο και μόνο για να μπορεί να χρηματοδοτεί επιδόματα ανεργίας ή το σύστημα υγείας» (σ. 357).

Το πιο στρατηγικό ίσως και προγραμματικό κείμενο του βιβλίου, γραμμένο προς το τέλος του 2020 και με θέμα την έννοια της ιδεολογίας (οριζόμενη εδώ περισσότερο ως μια κοσμοαντίληψη που βοηθά τους ανθρώπους να προσανατολίζονται στη ζωή τους παρά ως «ψευδής συνείδηση») αποτυπώνει πιο συνεκτικά τη θέση του Τσακαλώτου: η Αριστερά πρέπει να συνεχίσει να εκπέμπει μια συνεκτική ιδεολογία και να αντισταθεί στην αποδυνάμωση της ιδεολογίας που ανοίγει το δρόμο για ρήξη ανάμεσα σε κόμματα και ιδεολογίας και για την κυριαρχία ενός «τεχνολαϊκισμού» που παρουσιάζει συγκεκριμένες απόψεις ως «ουδέτερες» και τεχνοκρατικές. Η αποδυνάμωση της ιδεολογίας και η στρατηγική της επιβίωσης διαμορφώνει ουσιαστικά τους όρους για να κυριαρχήσει η πολιτισμική ατζέντα της Δεξιάς και τελικά αυτή να ηγεμονεύσει. Η προσπάθεια να αντιστραφούν οι επιπτώσεις της αποδυνάμωσης της ιδεολογίας σημαίνουν μια Αριστερά που παράγει ιδεολογία σε αντιδιαστολή προς έναν «αριστερό τεχνολαϊκισμό». Αυτό με τη σειρά του σημαίνει μια Αριστερά που υπερβαίνει, κατά τον Τσακαλώτο, τον οικονομισμό, διαμορφώνει μια προοδευτική πολιτισμική ατζέντα για τα ζητήματα του φύλου, των δικαιωμάτων και του ρατσισμού και ουσιαστικά κάνει πράξη μια στρατηγική «πολέμου θέσεων» που δεν θα διαγράφει τον στόχο του μετασχηματισμού αλλά θα λαμβάνει υπόψη της και την υπαρκτή ενδεχομενικότητα του πολιτικού πεδίου.

Ωστόσο, ο αναγνώστης, ακόμη και αυτός που θα ήθελε να συμφωνήσει με αυτές τις διαπιστώσεις, εξακολουθεί να περιμένει τη δοκιμασία τους πάνω στην εμπειρία της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και τα συμπεράσματα που προέκυψαν από μια κρατική διαχείριση που κατά κύριο λόγο μικρή σχέση έχει με τις αξιακές αφετηρίες που ο Τσακαλώτος προσυπογράφει.

Γιατί εάν σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να μετασχηματιστεί σε κόμμα της κεντροαριστεράς, προσανατολισμό στη διαχείριση του υπάρχοντος χωρίς στρατηγικό φορτίο μετασχηματισμού, κοντολογίς αυτό που περιγράφει ο Τσακαλώτος ως «αριστερό τεχνολαϊκισμό», αυτό σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται στην «αποδυνάμωση της ιδεολογίας» που προκάλεσε αυτή η ακριβώς η κυβερνητική διαχείριση.

Θα μπορούσε μάλιστα κάποιος να υποστηρίξει ότι είναι ακριβώς η απουσία μιας συστηματικής προσπάθειας αποτίμησης της ίδιας της διακυβέρνησης, με τρόπο αναγκαστικά αυτοκριτικό, που εξηγεί μεγάλο μέρος της στρατηγικής αμηχανίας μιας αριστεράς που την ώρα που είναι έτοιμη να υπερθεματίσει την οργή για τις ασκούμενες πολιτικές σήμερα στην Ελλάδα οφείλει να απαντήσει  – και με βάση την εμπειρία της – εάν μπορούσε να υπάρξει εναλλακτική.

Ωστόσο τα πολιτικά αυτά ερωτήματα προφανώς και δεν μειώνουν την αξία αυτού του βιβλίου και το πώς αποτελεί συμβολή στη δημόσια συζήτηση για αυτά τα ζητήματα.