Τα-«Κατά-Ματθαίον-Πάθη»,-ο-Μπαχ-και-ο-Ταρκόσφκι

Τα Κατά Ματθαίον Πάθη είναι από ένα από τα σημαντικότερα έργα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Κατά πάσα πιθανότητα παίχτηκε για πρώτη φορά στην λουθηρανική Εκκλησία του Αγίου Θωμά στη Λειψία, στην οποία ο Μπαχ ήταν kapellmeister (μουσικός διευθυντής), τη Μεγάλη Παρασκευή του 1727. Είναι ένα μεγάλο ορατόριο για σόλο φωνές, διπλή χορωδία και διπλή ορχήστρα και στηρίζεται στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Είναι ένα από κορυφαία έργα εκκλησιαστικής μουσικής της μπαρόκ εποχής και φανερώνει όλο τον πλούτο της τέχνης του Μπαχ στην ωριμότητά της.

Ανάμεσα στα μέρη αυτού του έργου ξεχωρίζει μια άρια. Είναι η άρια Erbarme dich, mein Gott (Ελέησον με κύριε). Αυτή θεωρείται μια από τις ωραιότερες άριες στην ιστορία της μουσικής, συνδυάζοντας την πυκνότητα της μελωδικής γραμμής στα όργανα με την ανθρώπινη φωνή. Συνδυάζει μάλιστα ένα από τα πιο όμορφά κομμάτια μουσικής για βιολί (ο Γενούντι Μενουχίν το θαύμαζε) με υποβλητικό κομμάτι για τη φωνή που αποδίδει τον πόνο του Πέτρου αφού έχει αρνηθεί τρεις φορές τον Κύριο.

Γραμμένο για φωνή άλτο, ερμηνεύεται πια συνήθως από γυναικείες φωνές ή από κοντρα-τενόρους. Εδώ σε μια πανέμορφη ερμηνεία από την μέτζο-σοπράνο Τζούλια Χαμάρι

Το κομμάτι αυτό παίζει σημαντικό ρόλο και σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές ταινίας του Αντρέι Ταρκόφσκι. Ο μεγάλος σκηνοθέτης είχε μια πιο πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για τη μουσική και πότε έπρεπε ή δεν έπρεπε να μπει.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με το φινάλε από την ταινία «Η Θυσία». Γυρισμένη το 1985 είναι η τελευταία ταινία του Ταρκόφσκι. Στο τέλος του 1985 θα διαγνωσθεί με καρκίνο και περίπου έναν χρόνο μετά θα πεθάνει. Εξαιτίας της ασθένειας του δεν θα μπορέσει να παραλάβει τα βραβεία που θα κερδίσει στο Φεστιβάλ των Καννών.

Το φινάλε της ταινίας είναι πολύ χαρακτηριστικό. Ο Αλεξάντερ έχει κάνει τη «θυσία», έχει αποτρέψει την καταστροφή (πυρηνική;) έχει κάψει το σπίτι, τον έχει παραλάβει το ασθενοφόρο ως τρελό και εμείς βλέπουμε τον γιο του, τον «μικρό άνθρωπο» να ποτίζει ένα δέντρο, που είχαν φυτέψει την προηγούμενη μέρα. Σταδιακά ακούμε και τη μουσική που είναι ακριβώς η άρια του Μπαχ Erbame dich, mein Gott. Ο μικρός είναι ξαπλωμένος κάτω από το δέντρο και ακούμε για πρώτη φορά τη φωνή του (μέχρι τώρα δεν μπορούσε να μιλήσει γιατί είχε κάνει μια εγχείρηση): «Εν αρχή ήν ο Λόγος. Γιατί μπαμπά». Το πλάνο ανεβαίνει προς τα κλαριά του δέντρου, με το φως του ήλιου να λάμπει ανάμεσά τους και βλέπουμε την αφιέρωση της ταινίας στο γιό του Ταρκόφσκι Αντριόσα.

Όμως, αυτή η σκηνή έχει ταυτόχρονα και τον χαρακτήρα του κλεισίματος ενός κύκλου. Γιατί το ξερό δέντρο κοντά στη θάλασσα κυριαρχεί και στο φινάλε μιας άλλης ταινίας, της πρώτης μεγάλου μήκους του Ταρκόφσκι. Είναι το φινάλε από τα Παιδικά χρόνια του Ιβάν, αυτό το αντιπολεμικό αριστούργημα. Στο τέλος της ταινίας, αφού πληροφορούμαστε σε μια οπτικά συγκλονιστική στιγμή για το τέλος (την εκτέλεση) του Ιβάν, η ταινία κάνει ένα φλας μπακ στα χρόνια πριν από τον πόλεμο και βλέπουμε ένα ξερό δέντρο κοντά στη θάλασσα. Το ίδιο δέντρο που 24 χρόνια μετά ποτίζεται από τον «μικρό άνθρωπο».

Ο καθένας ας το διαβάσει όπως θέλει. Σε τελικά ανάλυση αυτή είναι η δύναμη της εικόνας και η οπτική ποίηση ενός μεγάλου δημιουργού