Τσίπρας:-Με-το-εργασιακό-και-τη-μείωση-εισακτέων,-«ο-Μητσοτάκης-εξοφλεί-γραμμάτια»

Εφ όλης της ύλης επίθεση στην κυβέρνηση και στον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, εξαπέλυσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, σε συνέντευξή του στο STAR Κεντρικής Ελλάδας.

Για το εργασιακό, αλλά και για τη μείωση των εισακτέων στα Πανεπιστήμια, καταλόγισε στον πρωθυπουργό ότι «εξυπηρετεί συμφέροντα και εξοφλεί γραμμάτια», ενώ του χρέωσε ότι δεν «διαθέτει στρατηγική στα ελληνοτουρκικά», καθώς επίσης και ότι απέτυχε στη διαχείριση της πανδημίας.

Ξεκινώντας από το εργασιακό, ο κ. Τσίπρας υποστήριξε ότι «ο κ. Μητσοτάκης έρχεται να ξεπληρώσει γραμμάτια απέναντι σε μια ελίτ επιχειρηματική, στο ΣΕΒ πάνω απ’ όλα, που θα έχει περισσότερα κέρδη μέσα από τη μείωση του εργασιακού κόστους».

Εξηγώντας τη θέση του ανέφερε: «το πρώτο που έκανε με το που ανέλαβε, ήταν να καταργήσει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις που εμείς επαναφέραμε μετά την έξοδο από τα μνημόνια. Η κυβέρνηση της ΝΔ, με το που ήρθε μείωσε τα πρόστιμα, αποσυντόνισε το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας. Το καταργεί το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας. Άρα, εδώ μιλάμε για μια στοχευμένη πολιτική, η οποία έχει, επαναλαμβάνω, στον πυρήνα τής στρατηγικής της την αντίληψη ότι πρέπει να εξυπηρετήσουμε κάποιους λίγους, είτε διότι αυτοί οι λίγοι στήριξαν τον κ. Μητσοτάκη προεκλογικά, είτε και γιατί υπάρχει η θεωρία ότι εάν αυξήσουν αυτοί οι λίγοι την κερδοφορία τους, μπορεί να έχει ανάπτυξη η οικονομία».

Και κατέληξε ότι η οικονομία δεν μπορεί να έχει ανάπτυξη και προοπτική «αν κάποιοι λίγοι κερδίζουν, αν αυτά τα κέρδη δεν τα διανέμουν στο κοινωνικό σύνολο».

Για την ανάπτυξη της οικονομίας υποστήριξε ότι είναι πολύ κρίσιμο το επόμενο διάστημα: «Καταβαραθρώθηκε η οικονομία, έχασε 8,5 μονάδες το 2020 μόνο. Προφανώς, θα υπάρχει ανάκαμψη το επόμενο διάστημα. Αλλά αυτή η ανάκαμψη πρέπει να είναι συμπεριληπτική, πρέπει να τους αφορά όλους. Δεν μπορεί να αφορά μονάχα κάποιους επώνυμους, κάποιους μεγάλους επιχειρηματίες. Η ανάπτυξη πρέπει να αφορά και τους εργαζόμενους. Αν δεν προστατεύσουμε την εργασία, τότε δεν πρόκειται να ενισχύσουμε την κοινωνική συνοχή και οι ανισότητες στη χώρα μας θα διευρύνονται διαρκώς. Αυτό είναι το κρίσιμο ζήτημα».

Ο κ. Τσίπρας συνέχισε την επίθεσή του προς την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό με τις εξελίξεις στον χώρο της εκπαίδευσης.

«Αυτό που κάνει ο κ. Μητσοτάκης», όπως είπε, «είναι με πρόσχημα το ότι δεν θέλουμε φοιτητές που δεν είναι καλά διαβασμένοι, να μειώνει τους εισακτέους κατά το 1/3. Είναι η μεγαλύτερη σφαγή εισακτέων που έχει γίνει στη χώρα ποτέ», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Και προσέθεσε: «Είναι ο μεγαλύτερος περιορισμός εισακτέων από την ίδρυση του ελληνικού πανεπιστημίου. Δεν το κάνει γιατί τον ενδιαφέρει το επίπεδο των γνώσεων, καθώς η βαθμολογία εξαρτάται από τη δυσκολία των θεμάτων. Το κάνει για ένα πολύ απλό λόγο, διότι θέλει να μεγαλώσει την πελατεία των ειδικών κολεγίων. Είναι άλλο ένα ρουσφέτι στους ιδιοκτήτες κολεγίων στη χώρα μας. Διότι αυτά τα 30.000 παιδιά φέτος, που δεν θα καταφέρουν να πάνε σε ένα ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης, οι οικογένειές τους θα αναζητήσουν είτε την έξοδο των παιδιών τους στο εξωτερικό, είτε θα γίνουν βορά στις διαθέσεις αυτών των κολεγίων. Άρα, εδώ έχουμε μια στοχευμένη στρατηγική και πολιτική εις βάρος της μέσης ελληνικής οικογένειας και προς όφελος κάποιων λίγων ιδιωτών».

Γενικεύοντας, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε ότι τώρα, όμως, ο κόσμος «θα αρχίσει να βλέπει τι ακριβώς σημαίνει Νέα Δημοκρατία. ΝΔ σημαίνει μείωση μισθών, σημαίνει ελαστικοποίηση ωραρίου, σημαίνει να δουλεύουμε ως λάστιχο με τον κίνδυνο της απόλυσης, σημαίνει να σπουδάζουν μονάχα όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα και η πλειοψηφία των φτωχών οικογενειών να βρίσκεται με την αγωνία για το εάν θα σπουδάσουν τα παιδιά. Εδώ δεν θεσπίστηκε μονάχα η ελάχιστη βάση που κόβει 30.000 από τα ΑΕΙ. Καταργήθηκε το δικαίωμα των παιδιών των εσπερινών σχολείων, των νυχτερινών λυκείων, που είχαμε θεσμοθετήσει το 1% να εισάγεται από νυχτερινά σχολεία, δηλαδή περίπου 600 μαθητές να μπαίνουν στα πανεπιστήμια από τα νυχτερινά σχολεία, διότι δεν τους ενδιαφέρουν τα παιδιά της βιοπάλης».

Αναφερόμενος στην εμβολιαστική διαδικασία, ο Αλέξης Τσίπρας είπε ότι «πάει καλά», προσθέτοντας όμως ότι «εμβόλια δεν υπάρχουν. Εδώ υπάρχει, κατά την άποψή μου», διευκρίνισε, «μια μεγάλη αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά να ανταποκριθεί σε αυτή τη μεγάλη πρόκληση της εποχής μας. Διότι πάει καλά, πάει καλά, αλλά έχει φτάσει καλοκαίρι και έχει εμβολιαστεί μόλις το 20% του ελληνικού πληθυσμού. Αυτό είναι ένα πολύ μικρό νούμερο».

Για τη διαχείριση της πανδημίας σημείωσε πως «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρώτο διάστημα εκ του αποτελέσματος ήταν επιτυχημένο, δεδομένου ότι ο ιός δεν μπήκε ποτέ στην κοινότητα. Μετά, θα έλεγα ότι, σε τελική ανάλυση, η διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη απέδειξε και ανέδειξε τις ίδιες ιδεοληπτικές εμμονές, στις οποίες αναφέρθηκα και πιο πριν. Η απαξίωση του δημοσίου, η μη ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, η επιμονή στο να μη δοθούν δημόσιες δαπάνες για να ενισχυθεί η υγειονομική προστασία και η δυνατότητα να είμαστε ασφαλέστεροι απέναντι στη διάδοση του ιού. Όλα αυτά, κατά την άποψή μου, βαραίνουν τη διαχειριστική ικανότητα της κυβέρνησης».

Ο κ. Τσίπρας ανέφερε ότι «η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό θνητότητας, δηλαδή απωλειών ανθρώπινης ζωής σε σχέση με τα κρούσματα. Το μεγαλύτερο. Για να είμαι απόλυτα ακριβής», προσέθεσε, «είναι 30ή στον κόσμο και στην 6η θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει δηλαδή μεγαλύτερο ποσοστό από χώρες όπως η Ιταλία, που είχαμε το δράμα του Μπέργκαμο, τη Γαλλία, από χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες που θρηνούν εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, από χώρες όπως η Ινδία ακόμη, που βλέπετε τι γίνεται εκεί το τελευταίο διάστημα».

Αυτές οι στατιστικές, «οι θλιβερές στατιστικές», κατέληξε, «δεν μπορούν να κρυφτούν. Διότι εδώ είναι εύκολο κι ένα παιχνίδι με τους αριθμούς».

Για το Ταμείο Ανάκαμψης, ο πρόδρος του ΣΥΡΙΧΑ ανέφερε ότι αποτελεί μια ευκαιρία για τη χώρα και, στη συνέχεια, άσκησε κριτική στην κυβέρνηση:

«Δυστυχώς, επέλεξε να παρουσιάσει ένα σχέδιο χωρίς διαβούλευση. Έχουμε σοβαρές ενστάσεις για την αρχιτεκτονική αυτού του σχεδιασμού. Και έχουμε σοβαρές ενστάσεις τελικά και για τη διαδικασία. Διότι αν η κυβέρνηση ετοιμάζεται να μοιράσει 30 δισ. με τον τρόπο που μοιράζει δημόσιο χρήμα σε ημέτερους με ευκαιρία και αφορμή την πανδημία, με τακτικές και μεθόδους λίστας Πέτσα, που μοίρασε χρήμα χωρίς κριτήρια σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης προκειμένου να λιβανίζουν τον Μωυσή και με μεθόδους, όπως αυτές της κ. Νικολάου – που δεν είναι μόνο η κ. Νικολάου, να μην αδικώ τη γενική γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής – είναι δεκάδες γενικοί γραμματείς και υπουργοί με τις απευθείας αναθέσεις σε εταιρείες, που δημιουργούνται τελευταία στιγμή. Αν ετοιμάζονται να διαχειριστούν με αυτό τον τρόπο το δημόσιο χρήμα, να ξέρουν ότι θα μας έχουν απέναντι. Γιατί το δημόσιο χρήμα δεν ανήκει στους διαχειριστές της εξουσίας, ανήκει στον ελληνικό λαό».

Αναπτύσσοντας τη δική του πρόταση, ο κ. Τσίπρας ανέφερε: «Εμείς, αντιθέτως, πιστεύουμε ότι αυτοί οι πόροι είναι μια ευκαιρία για να πάμε σε ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο, που θα δίνει έμφαση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην καινοτομία, στις νέες τεχνολογίες, στην παραγωγή προστιθέμενης αξίας προϊόντων και υπηρεσιών. Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης μέρας είναι αυτό που ονομάζουμε εμείς «δίκαιη μετάβαση», δηλαδή να μη μείνει κανένας πίσω από αυτή τη διαδικασία. Δυστυχώς, φοβάμαι ότι με τον σχεδιασμό της κυβέρνησης η πράσινη μετάβαση θα αφήσει κοινωνικά συντρίμμια και ερείπια».

Για τα ελληνοτουρκικά, σημείωσε ότι είναι υπέρ των διαύλων επικοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα και υπέρ του ουσιαστικού διαλόγου, «όχι του διαλόγου για το διάλογο», όπως είπε χαρακτηριστικά.

Και τόνισε ότι «ο διάλογος για το διάλογο, ωφελεί την άλλη πλευρά. Ο κ. Μητσοτάκης», όπως είπε, «έχει ένα σοβαρό έλλειμμα στρατηγικής στην εξωτερική πολιτική. Και φοβάμαι ότι το έχει πιεζόμενος από τις εσωτερικές αντιφάσεις του κόμματός του. Όταν η Τουρκία είχε αυτή την απίστευτα επιθετική συμπεριφορά στο Αιγαίο και στην Αατολική Μεσόγειο με το Oruc Reis, τότε έβγαινε και έλεγε ότι «το πήρε η θάλασσα, το πήρε ο καιρός», ότι δεν κάνει έρευνες, ότι τσαλαβουτάει, ενώ παραβίαζε κυριαρχικά δικαιώματα. Όταν απειλούσε με την παρουσία πολεμικών σκαφών και των ερευνητικών εντός των 12 μιλίων, τότε έβγαινε κι έλεγε «η κόκκινη γραμμή μας είναι τα 6 μίλια». Και όταν ο ΣΥΡΙΖΑ και εγώ ζητούσαμε την επέκταση στα 12 μίλια νότια της Κρήτης, έβγαινε και μας έλεγε εθνικιστές».

Ερωτηθείς για την «εποχή Μπάιντεν σε σχέση με τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής» είπε: «Είναι νωρίς ακόμα για να βγάλουμε συμπεράσματα. Εντούτοις, γνωρίζουμε ότι ο πρόεδρος Μπάιντεν είναι ένας άνθρωπος που γνωρίζει πάρα πολύ καλά τα θέματα της περιοχής, γνωρίζει και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, φιλέλληνας με την έννοια την πραγματική του όρου, γνωρίζει την Ελλάδα, γνωρίζει τα ελληνικά δίκαια. Η αμερικανική πολιτική όμως είναι αμερικανική πολιτική και η Τουρκία διαδραματίζει έναν εξαιρετικά κρίσιμο ρόλο στην ευρύτερη περιοχή».

Για τις σχέσεις με τη Βόρεια Μακεδονία, ο Αλέξης Τσίπρας επεσήμανε πως «σεν είναι μονάχα ότι δώσαμε μια λύση, που διασφαλίζει την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή, ότι δώσαμε μια λύση δημιουργώντας μια σύμμαχο χώρα στα βόρεια σύνορά μας, είναι και το ότι αποτρέψαμε την επεκτατικότητα της Τουρκίας στην περιοχή. Είναι πάρα πολύ σημαντικό. Από εκεί και πέρα, εγώ αναρωτιέμαι: πού πήγαν τελικά όλοι αυτοί, που με περικεφαλαίες και ανδριάντες έβγαιναν στους δρόμους και έκαναν κινητοποιήσεις εκείνες τις μέρες; Πού έχουν εξαφανιστεί; Και τι έχει να πει σήμερα ο κ. Μητσοτάκης σε όλους αυτούς με τους οποίους ήταν αγκαζέ, χέρι χέρι και τους κινητοποιούσε, λέγοντάς τους ότι είναι προδοτική η συμφωνία, όταν την τηρεί και την τιμά τη συμφωνία; Δεν είναι μόνο ότι την τηρεί, την τιμά».

Σε ερώτηση για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, αφού είπε πως αν ρωτούν τον ίδιο για το πότε θα γίνουν εκλογές, δεν είναι «μάντης, γιατί αυτό είναι στη διάθεση του κ. Μητσοτάκη».

Κατέληξε, πάντως, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα δώσει τη μάχη, «δημιουργώντας κοινωνικές αντιστάσεις, οι οποίες θα φέρουν και την πολιτική αλλαγή πολύ πιο γρήγορα από το καθορισμένο θεσμικά πλαίσιο, που είναι το τέλος της τετραετίας».