Φεστιβάλ-Καννών-με-σταρ-αλλά-και-με-τον-φόβο-του-κοροναϊού

Κάτω από τον καυτό θερινό ήλιο της Γαλλικής Ριβιέρας σήκωσε χθες το απόγευμα αυλαία, για 74η φορά στην ιστορία του, το Φεστιβάλ των Καννών, του οποίου οι διαδικασίες θα ολοκληρωθούν το Σάββατο 17 του μηνός. Εφέτος το Φεστιβάλ πραγματοποιείται εκτάκτως Ιούλιο και όχι Μάιο (ο ανοιξιάτικος μήνας έχει συνδεθεί επί σειρά δεκαετιών με τις Κάννες) – μία ακόμα συνέπεια της νόσου COVID-19, εξαιτίας της οποίας πέρυσι η διοργάνωση, προς απογοήτευση πλήθους κόσμου του κινηματογράφου, έγινε μόνο υβριδικά.

Και εδώ που τα λέμε, ήταν ένα φεστιβάλ που σαν να μην έγινε. Οπως είναι φυσικό λοιπόν, η αγωνία των διοργανωτών και του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ των Καννών Τιερί Φερμό για την εξέλιξη της εφετινής διοργάνωσης είναι μεγάλη, τόσο όσο αυστηρά είναι τα μέτρα προστασίας των θαμώνων του που έχουν ληφθεί εφέτος.

Ολα τα πρόσωπα είναι διαρκώς καλυμμένα με μάσκες, επιτόπιες μετρήσεις θερμοκρασίας των καλεσμένων κρίνονται αναγκαίες, ειδικές φόρμες του γαλλικού κράτους που αποδεικνύουν ότι ο κάτοχός τους δεν έχει προσβληθεί από τον ιό κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών πρέπει να είναι συμπληρωμένες, ενώ το αποδεικτικό του εμβολιασμού είναι πλέον απαραίτητο όπως είναι το διαβατήριο ή κάποιο έγγραφο που αποδεικνύει την ταυτότητά σου. Ολα αυτά τα μέτρα είναι ασφαλώς κατανοητά, γιατί το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε το Φεστιβάλ κατά τη διάρκεια του 12ημέρου διαρκείας του είναι να σημειωθεί κρούσμα κορωνοϊού σε χώρους του. Οι προβολές θα γίνουν φυσικά σε κλειστούς χώρους, ενώ το θερινό σινεμά της παραλίας στη λεωφόρο Κρουαζέτ (Cinéma de la Plage) αναμένεται εφέτος να απασχολήσει πολύ κόσμο.

 

Η Τζόντι Φόστερ

Το πρώτο μεγάλο γεγονός της εφετινής διοργάνωσης, η οποία θα σηκώσει αυλαία με την παγκόσμια πρεμιέρα της τελευταίας ταινίας του Λεός Καράξ «Anette», στην οποία πρωταγωνιστούν η Μαριόν Κοτιγιάρ και ο Ανταμ Ντράιβερ, είναι η τιμητική βράβευση της ηθοποιού, σκηνοθέτριας και παραγωγού Τζόντι Φόστερ. Στην 58χρονη καλλιτέχνιδα (19 Νοεμβρίου 1962) θα απονεμηθεί απόψε το βράδυ ένας ειδικός Χρυσός Φοίνικας για τη συνολική προσφορά της στον κινηματογράφο, μια προσφορά που έχει συνδεθεί αρκετά με το φεστιβάλ της Κοτ Ντ’ Αζούρ καθώς εδώ, παιδάκι ακόμη, η Φόστερ έκανε τις πρώτες διεθνείς επαφές της με τον κόσμο του σινεμά. Αυτό έγινε το 1976, όταν προβλήθηκε στις Κάννες ο «Ταξιτζής» του Μάρτιν Σκορσέζε που εν τέλει βραβεύθηκε με το ανώτατο βραβείο της διοργάνωσης, τον Χρυσό Φοίνικα, και υπήρξε η αφετηρία μιας λαμπρής καριέρας για τη Φόστερ (προτάθηκε και για το Οσκαρ Β’ ρόλου).

 

 

 

Πριν από 20 χρόνια, στα 38 της, η Φόστερ είχε συμφωνήσει με το Φεστιβάλ των Καννών να καθίσει στη θέση του προέδρου της κριτικής επιτροπής και να κρίνει σε ποιον κινηματογραφιστή θα δοθεί ο Χρυσός Φοίνικας του 54ου Φεστιβάλ των Καννών. Αν και η ηθοποιός είχε δηλώσει ότι η θέση αυτή υπήρξε «όνειρο ζωής», καθώς θεωρεί τον εαυτό της «παράγωγο δύο διαφορετικών πολιτισμών, του γαλλικού και του αμερικανικού» (η Φόστερ μιλάει τέλεια γαλλικά), για προσωπικούς λόγους την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη και δεν κάθισε τελικά στην καρέκλα του προέδρου. Σήμερα δηλώνει κολακευμένη που οι Κάννες τη σκέφθηκαν και «θα είναι πολύ μεγάλη μου τιμή να μοιραστώ μερικά λόγια σοφίας ή να αφηγηθώ μια-δυο ιστορίες με τη νέα γενιά δημιουργών». Αυτό θα το κάνει κατά τη διάρκεια ενός ειδικού masterclass που έχει ήδη προγραμματιστεί.

 

Η κριτική επιτροπή

Σε ό,τι αφορά τον εφετινό πρόεδρο της κριτικής επιτροπής, αυτός είναι ο επίσης βραβευμένος στις Κάννες αμερικανός σκηνοθέτης Σπάικ Λι, γνωστός για την προκλητική συμπεριφορά του σε ό,τι αφορά φυλετικά ζητήματα. Πολλές ταινίες του Λι έχουν παρουσιαστεί στο Φεστιβάλ των Καννών κατά τη διάρκεια των τελευταίων 35 χρόνων, ενώ το 2018 η «Παρείσφρηση» κέρδισε το μεγάλο βραβείο της επιτροπής. Από πλευράς φύλου στην εννεαμελή εφετινή κριτική επιτροπή η πλειοψηφία είναι γυναικεία – πέντε. Ο Λι προεδρεύει των Ματί Ντιόπ (σκηνοθέτρια – Γαλλία/Σενεγάλη), Μιλέν Φαρμέρ (τραγουδίστρια, στιχουργός – Καναδάς), Μάγκι Τζίλενχααλ (ηθοποιός, παραγωγός, σκηνοθέτρια, σεναριογράφος – ΗΠΑ), Μελανί Λοράν (ηθοποιός, σκηνοθέτρια, σεναριογράφος – Γαλλία), Τζέσικα Χάουσνερ (σκηνοθέτρια, παραγωγός, σεναριογράφος – Αυστρία), Ταχάρ Ραχίμ (ηθοποιός – Γαλλία), Σονγκ Κανγκ Χο (ηθοποιός, Νότια Κορέα) και Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλο (σκηνοθέτης, παραγωγός, σεναριογράφος – Βραζιλία).

Η επιτροπή έχει δύσκολο έργο μπροστά της, καθώς οι ταινίες που καλείται να κρίνει είναι εφέτος αυξημένες (ενώ θα περίμενε κανείς το αντίθετο). Οι 24 ταινίες που θα διαγωνιστούν για τον Χρυσό Φοίνικα προέρχονται από 16 διαφορετικές χώρες και μόνο δύο από αυτές, η Γαλλία και οι ΗΠΑ, παρουσιάζουν παραπάνω από μία ταινία σε αυτό το τμήμα. Η Γαλλία, δε, μετρά επτά συμμετοχές – τέσσερις ταινίες είναι σκηνοθετημένες από άντρες (εκτός του Καράξ είναι οι Ζακ Οντιάρ – «Paris 13th District», Φρανσουά Οζόν – «Tout s’est bien passé» και Μπρουνό Ντιμόν – «France») και τρεις από γυναίκες: η Μία Χάνσεν Λαβ παρουσιάζει το «Bergman Island», η Κατρίν Κορσινί το «La fracture» και η Τζουλιά Λουκουρνό το «Titane».